θαλασσοδάνειο

θαλασσοδάνειο
το
1. δάνειο με υψηλό τόκο που παρεχόταν σε πλοιοκτήτη ή φορτωτή, ενώ η επιστροφή του εξαρτούνταν από την αίσια έκβαση ναυτικής επιχείρησης
2. δάνειο με πολύ μεγάλο τόκο τού οποίου η απόδοση δεν είναι σίγουρη λόγω τού ότι ο οφειλέτης δεν είναι φερέγγυος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θαλασσο-* + δάνειο. Η λ. μαρτυρείται από το 1817 στον Ν. Παπαδόπουλο].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • θαλασσοδάνειο — το 1. βαρύτοκο και συνεπώς επισφαλές δάνειο που δίνεται σε ναυτικούς. 2. δάνειο που δεν πρόκειται να επιστραφεί: Να σου λείπουν τα θαλασσοδάνεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -θαλασσ(ο) — πρώτο συνθετικό λέξεων που προσδίδει στο δεύτερο συνθετικό τη σημασία: α) σχέσης με τη θάλασσα («θαλασσόλυκος», «θαλασσασφάλεια» β) δοκιμασιών, βασάνων («θαλασσοπνίγομαι», «θαλασσοδέρνω») γ) αναστάτωσης, ταραχής («θαλασσοποιώ»). ΣΥΝΘ. (Α… …   Dictionary of Greek

  • ναυτοδάνειο — το 1. δάνειο σε πλοιοκτήτη ή σε φορτωτή με την ευκαιρία ναυτικής επιχείρησης τού οποίου η επιστροφή εξαρτάται από την αίσια έκβαση που αυτή θα έχει 2. μτφ. δανεικά κι αγύριστα, θαλασσοδάνειο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ναύτης + δάνειο. Η λ. μαρτυρείται από το …   Dictionary of Greek

  • ναυτοδάνειο — το δάνειο στους πλοιοκτήτες με υψηλό τόκο, αλλ. θαλασσοδάνειο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”